Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

Πως το κράτος σπρώχνει τους απόδημους στη φοροδιαφυγή

Δεν είναι λίγες οι φορές που εμείς οι πολίτες δεν μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί η νομοθετική εξουσία δεν προχωρά σε κάτι το οποίο θεωρούμε «αυτονόητο».
Μια τέτοια, κραυγαλέα, περίπτωση είναι το θέμα που έχει να κάνει με τους Έλληνες, μόνιμους κατοίκους στο εξωτερικό.
Η συγκεκριμένη κατηγορία Ελλήνων πολιτών φορολογείται για το εισόδημα που προκύπτει στην Ελλάδα (κυρίως ενοίκια). Αυτό είναι το αυτονόητο και το σωστό.
Παραβλέπουμε ότι ο συντελεστής φορολόγησης είναι μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο των πολιτών που ζούνε στην Ελλάδα και προχωράμε στο επόμενο στάδιο, που έχει να κάνει με τις φοροαπαλλαγές.
Οι Έλληνες μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού δεν δικαιούνται φοροαπαλλαγές. Δηλαδή δεν υπάρχουν έξοδα που εκπίπτουν από το εισόδημά τους.
Κερδίζει ή χάνει όμως το κράτος από αυτήν την απόφασή του;
Το πιθανότερο είναι ότι χάνει.
Δεκάδες αν όχι εκατοντάδες χιλιάδες ακίνητα έχουν ιδιοκτήτες Έλληνες που ζουν μόνιμα στο εξωτερικό. Τα ακίνητα αυτά αγοράστηκαν / χτίστηκαν κυρίως, τις δεκαετίες της πρώτης μετανάστευσης.
Σήμερα, τα περισσότερα από τα ακίνητα αυτά, χρειάζονται επισκευές και επιδιορθώσεις. Άλλο μικρότερες και άλλο μεγαλύτερες.
Όταν όμως, η συγκεκριμένη δαπάνη δεν εκπίπτει της εφορίας τίθεται στον φορολογούμενο το παρακάτω δίλημμα.
Γιατί να πληρώσει π.χ. 12.400 € όταν μπορεί να πληρώσει χωρίς απόδειξη 10.000 € (δηλ. χωρίς Φ.Π.Α.) και ίσως και λιγότερο (συμφωνία με ελεύθερο επαγγελματία προκειμένου να μην φαίνεται η είσπραξή του στην εφορία;)
Γιατί είναι τόσο δύσκολο τα έξοδα που βαρύνουν τα ακίνητα να ρυθμιστεί έτσι ώστε να υπάρχει, μια μικρή έστω, ποσοστιαία  φοροαπαλλαγή;
Δύσκολα μπορεί να υποστηρίξει κάποιος ότι το κράτος κερδίζει με τον τρόπο που σήμερα αντιμετωπίζει το θέμα, περισσότερα από όσα θα κέρδιζε στην περίπτωση που "έχανε" μεν ένα μικρό ποσοστό από την φοροαπαλλαγή, θα κέρδιζε όμως  πολλαπλάσια από το Φ.Π.Α. των εταιριών και ελεύθερων επαγγελματιών.

Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Η εκδήλωση στην μνήμη του Δημήτρη Πουρνάρα

«Ο Δημήτρης Πουρνάρας, γνωστός ως Τάκης, ήρθε στην Γερμανία για να σπουδάσει οδοντιατρική το 1959 και φοίτησε για 6 εξάμηνα αλλά  στη συνέχεια εργάστηκε στην εταιρεία Kufner (κλωστοϋφαντουργείο) στο Μόναχο.
 
Στο εργοστάσιο αυτό έμεινε λίγα, σχετικά, χρόνια αφού το 1968 ανέλαβε θέση εργασίας στην BMW όπου εργάστηκε στο συμβούλιο προσωπικού ως διερμηνέας και μεταφραστής.
 
Για 25 ολόκληρα χρόνια παρέμεινε στο μεγαλύτερο εργοστάσιο αυτοκινητοβιομηχανίας της Βαυαρίας για να έρθει ύστερα με ένα πρόγραμμα του γερμανικού ΟΑΕΔ στην Ελληνική Κοινότητα Μονάχου και να λειτουργήσει για 12 σχεδόν χρόνια την Υπηρεσία Παροχής Πληροφοριών και Ενημέρωσης στους Έλληνες και τις Ελληνίδες.
Με τον πρ. Δήμαρχο Μονάχου Christian Ude, τον πρ. Δημοτικό Σύμβουλο Θεόδωρο Γαβρά, τον πρ. Πρόεδρο της Κοινότητας Κώστα Τάτση και τον ταμία Νίκο Θεοδοσιάδη σε "καλοκαιρινή εκδήλωση της Κοινότητας".
 
Η καταγωγή του ήταν από την Ξάνθη και συνοδοιπόρος στη ζωή του, η Σοφία Πουρνάρα με την οποία απέκτησαν τον Αθανάσιο (Σάκη).
 
Ο Σάκης είναι σήμερα παντρεμένος με την Karoline και μόλις μια βδομάδα μετά το θάνατο του πατέρα του έγινε και ο ίδιος πατέρας αποκτώντας τον Julian-Δημήτρη.
 
Με τον Τάκη ζήσαμε 11 σχεδόν χρόνια μαζί στην Ελληνική Κοινότητα Μονάχου.
Με την ευθύνη της υπηρεσίας που του ανατέθηκε όχι μόνο εξυπηρέτησε εκατοντάδες Έλληνες όλα αυτά τα χρόνια, αλλά έδωσε ώθηση και στην ίδια την Κοινότητα, η οποία είχε να επιδείξει πλέον μια σημαντική δράση κοινωνικής προσφοράς.
 
Υπήρχαν μέρες που οι Έλληνες έρχονταν στην Κοινότητα πριν ανοίξουν τα γραφεία για να πάρουν σειρά. Υπήρχαν μέρες που η υπηρεσία, δηλαδή ο Τάκης, εξυπηρετούσε πάνω από 60 άτομα.
 
Μάλιστα, όταν τελείωσε το πρόγραμμα του ΟΑΕΔ, αποφασίστηκε να συνεχίσει την εργασία στην Υπηρεσία αλλά με πολύ μικρότερο μισθό, άρα και λιγότερες ώρες εργασίας.
 
Όλοι όσοι βρισκόμαστε σήμερα εδώ και γνωρίζαμε το Τάκη, δεν ξεχνάμε ότι ποτέ δεν τήρησε το ωράριο που τελείωνε με βάση τη συμφωνία στις 12.00. Ο Τάκης ήταν εκεί μέχρι στις 4 και 5 η ώρα το απόγευμα.
 
Ο Τάκης βοηθούσε σε όλα τα θέματα, δεν δίσταζε να πηγαίνει ακόμη και σε υπηρεσίες μαζί με ανθρώπους που είχαν ιδιαίτερη ανάγκη.